Αναζήτηση
  • drveves

Σύνδρομο πρόσκρουσης Ώμου


Το σύνδρομο πρόσκρουσης ώμου περιγράφει τη φλεγμονή που αναπτύσσεται στον υπακρωμιακό χώρο και οφείλεται τον ερεθισμό των τενόντων του στροφικού πετάλου από

την “πρόσκρουσή” τους στο ακρώμιο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον πόνο, την αδυναμία και το μειωμένο εύρος κίνησης του ώμου.

Το σύνδρομο πρόσκρουσης ώμου περιλαμβάνει ένα εύρος παθολογίας όπως:

  • Χρόνια τενοντοπάθεια του στροφικού πετάλου

  • Υπακρωμιακή θυλακίτιδα

  • Ασβεστοποιός τενοντίτιδα

Οι παθήσεις αυτές οδηγούν σε τριβή ανάμεσα στο κορακοακρωμιακό τόξο και τον υπερακάθιο τένοντα ή τον υπακρωμιακό ορογόνο θύλακο.

Το σύνδρομο πρόσκρουσης του ώμου εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με τα εξής χαρακτηριστικά:​

  • Με έντονη δραστηριότητα

  • Με επάγγελμά που απαιτεί χειρωνακτική εργασία

Το σύνδρομο αυτό ώμου αποτελεί την πιο κοινή πάθηση στον ώμο, μιας και είναι η αιτία για το 60%, περίπου, των επώδυνων ώμων.

Το πιο συνηθισμένο σύμπτωμα του συνδρόμου πρόσκρουσης ώμου είναι πόνος στο πρόσθιο και ανώτερο τμήμα του ώμου, που προοδευτικά αυξάνεται. Ο πόνος επιδεινώνεται στην απαγωγή και ελαττώνεται κατά την ανάπαυση, ενώ μπορεί να συνοδεύεται από αδυναμία και δυσκαμψία.


​Τα πιο κοινά κλινικά test για την διαπίστωση του συνδρόμου πρόσκρουσης του ώμου είναι τα παρακάτω:

  • Neer test – Ο βραχίονας τοποθετείται στο πλάι του ασθενούς και φέρεται σε πλήρη έσω στροφή. Στη συνέχεια κάμπτεται παθητικά. Το test είναι θετικό εάν εκλύεται πόνος στο πρόσθιο τμήμα του ώμου.

  • Hawkins test – Ο ώμος και ο αγκώνας κάμπτονται κατά 90 μοίρες. Ο εξεταστής σταθεροποιεί το βραχίονα και τον φέρνει παθητικά σε έσω στροφή. Το τεστ είναι θετικό στην περίπτωση όπου ο ασθενής εκδηλώσει πόνο στο πρόσθιο τμήμα του ώμου.

Η διάγνωση του συνδρόμου είναι κλινική και γίνεται εύκολα από τον ορθοπαιδικό με εμπειρία στην κλινική εξέταση του ώμου. Ωστόσο, συχνά επιβεβαιώνεται μέσω απεικονιστικών εξετάσεων. Η απεικόνιση του ώμου με υπέρηχο μυοσκελετικού στο ιατρείο ή μαγνητική τομογραφία είναι συνήθως η βασική απεικονιστική εξέταση για το σύνδρομο πρόσκρουσης του ώμου. Χαρακτηριστικά που μπορούν να παρατηρηθούν είναι τα παρακάτω:

  • Σχηματισμός υπακρωμιακών οστεόφυτων

  • Υπακρωμιακή θυλακίτηιδα

  • Σχηματισμός οστικών

  • Στένωση του υπακρωμιακού χώρου



Στις περισσότερες περιπτώσεις, η κύρια θεραπεία για την αντιμετώπιση της πρόσκρουσης ώμου είναι συντηρητική και περιλαμβάνει:

  • Φαρμακευτική αγωγή με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη.

  • Τακτική φυσιοθεραπεία με ασκήσεις για τη στάση του σώματος, σταθερότητας, κινητικότητας, stretching και μυϊκής ενδυνάμωσης.

  • Ενέσεις κορτικοστεροειδών ή PRP αιμοπεταλίων στον υπακρωμιακό χώρο.

  • Εκπαίδευση τους ασθενούς για επαρκή προθέρμανση και έγκαιρη αναγνώριση πρώιμων συμπτωμάτων.

Στις περιπτώσεις που, παρά τη συντηρητική θεραπεία, το σύνδρομο πρόσκρουσης ώμου επιμένει σε διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών, τότε αντιμετωπίζεται χειρουργικά.


Η χειρουργική επέμβαση είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική σε ασθενείς με περιορισμένο εύρος κίνησης. Η καταλληλότερη και πιο αποτελεσματική μέθοδος επέμβασης είναι η αρθροσκόπηση ώμου.

Οι σύγχρονες χειρουργικές τεχνικές περιλαμβάνουν:

  • Αποκατάσταση των ρήξεων (εάν διαπιστωθούν), με συνηθέστερες του υπερακανθίου και της μακράς κεφαλής του τένοντα του δικεφάλου. Το αποτέλεσμα είναι η βελτίωση του εύρους κίνησης του ώμου.

  • Αφαίρεση (καθαρισμός) του υπακρωμιακού θυλάκου, κατά την οποία αυξάνεται ο χώρος που κινείται η βραχιόνια κεφαλή και μειώνεται ο πόνος.

  • Αφαίρεση τμήματος του ακρωμίου (ακρωμιοπλαστική) με σκοπό να αυξηθεί ο υπακρωμιακός χώρος και να μειωθεί ο πόνος.

3 προβολές0 σχόλια