Αναζήτηση
  • drveves

Ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου


Η Ρήξη Πρόσθιου Χιαστού Συνδέσμου συνιστά μια σοβαρή κάκωση για το γόνατο που συμβαίνει κυρίως κατά τη διάρκεια των αθλητικών δραστηριοτήτων.

Κατά τον συνήθη μηχανισμό της κάκωσης του Πρόσθιου Χιαστού Συνδέσμου ο μηρός στρέφεται προς τα έσω σε σχέση με την κνήμη η οποία παρεκτοπίζεται προς τα εμπρός.

Άμεσα ο ασθενής αισθάνεται τα εξής:

  • Χαρακτηριστικό ήχο-αίσθημα ‘ΚΡΑΚ’ τη στιγμή που σπάει ο Πρόσθιος Χιαστός Σύνδεσμος

  • Πόνο τη στιγμή της ρήξης του Χιαστού

  • Σύντομα ή σε λίγες ώρες το γόνατο πρήζεται από τον κομμένο Πρόσθιο Χιαστό σύνδεσμο που αιμορραγεί εντός της άρθρωσης

  • Αίσθημα αστάθειας από τη στιγμή της κάκωσης και μετά, ιδιαίτερα σε στροφικές κινήσεις με αλλαγή της πορείας.

Τις επόμενες ημέρες μετά τον τραυματισμό προοδευτικά η κατάσταση του ασθενούς βελτιώνεται, το οίδημα υποχωρεί και ο ασθενής καθίσταται προοδευτικά ικανός να βαδίζει χωρίς δυσκολία. Εκείνο που παραμένει είναι η αστάθεια σε σύνθετες κινήσεις που περιλαμβάνουν αλλαγές πορείας και γενικότερα αλλαγές στην κινητική κατάσταση του γόνατος.


Η ακτινογραφία απαιτείται για να αποκλεισθεί η συνύπαρξη καταγμάτων.

Η Μαγνητική Τομογραφία αναδεικνύει βλάβες των συνδέσμων, των τενόντων, του αρθρικού χόνδρου. Στην περίπτωση του Πρόσθιου Χιαστού ο σύνδεσμος φαίνεται κομμένος με ασυνέχεια σε μερικές περιπτώσεις φαίνεται κολλημένος στον οπίσθιο Χιαστό, επίσης προσδιορίζονται και άλλες συνυπάρχουσες βλάβες εντός της άρθρωσης.

Η παρουσία οστικού οιδήματος στον έξω μηριαίο κόνδυλο και στην οπίσθια επιφάνεια του plateau της κνήμης επιβεβαιώνει την στροφική κάκωση και ενισχύει τη διάγνωση .


Η διάγνωση της ρήξης του προσθίου χιαστού προκύπτει από την συναξιολόγηση όλων των δεδομένων και κυρίως από την κλινική εξέταση. Ο γιατρός θα αξιολογήσει το ιστορικό της κάκωσης και θα αναζητήσει τα συμπτώματα και κλινικά σημεία που χαρακτηρίζουν τη ρήξη. Η κλινική εξέταση περιλαμβάνει κλινικές δοκιμασίες-test

  • Lachman test

  • pivot shift test

  • πρόσθιο συρτάρι λιγότερο συχνά.

Όταν τεθεί η κλινική διάγνωση, επακόλουθα θα πρέπει να καθοριστεί ποιό είδος θεραπείας είναι το κατάλληλο για τον κάθε ασθενή. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνεται υπ΄ όψιν:

  • Η παλαιότητα του τραυματισμού

  • Ο βαθμός της αστάθειας

  • Η ηλικία του αρρώστου

  • Το επίπεδο των δραστηριοτήτων που επιθυμεί να έχει ο άρρωστος

  • Συνυπάρχουσες κακώσεις

Σταθμίζοντας όλα τα παραπάνω αποφασίσουμε μαζί με τον τραυματία για το είδος της θεραπείας που μπορεί να είναι συντηρητική θεραπεία ή χειρουργική θεραπεία.


Είναι γνωστό πως ο Πρόσθιος Χιαστός σύνδεσμος δεν κολλά όπως άλλοι εξωαρθρικοί σύνδεσμοι όταν τραυματιστεί. Επομένως κανένα πρόγραμμα συντηρητικής αποκατάστασης δεν φιλοδοξεί να αποκαταστήσει τον Πρόσθιο Χιαστό Σύνδεσμο, αλλά να εκπαιδεύσει άλλες δομές πέριξ του γόνατος να αναλάβουν και να επιτελούν ένα μερος του ρόλλου του. Σε άτομα χαμηλών κινητικών απαιτήσεων αυτό μπορεί και να είναι αρκετό.

Η Χειρουργική Θεραπεία για την ρήξη πρόσθιου χιαστού αποκαθιστά πλήρως την ομαλή λειτουργία του γόνατος επαναφέρει τη σταθερότητα και την φυσιολογική κίνηση της άρθρωσης και επιτρέπει την επιστροφή σε αθλητικές και άλλες απαιτητικές δραστηριότητες. Πρέπει να επιλέγεται σε νέους και σε δραστήρια άτομα κάθε ηλικίας. Η χειρουργική θεραπεία δεν προτείνεται μόνο για να επιστρέψουμε σε αθλητικές δραστηριότητες. Σε ένα γόνατο χωρίς Πρόσθιο Χιαστό οι μηνίσκοι και ο χόνδρος καταπονούνται πολλαπλάσια με αποτέλεσμα την συχνή πρόωρη φθορά και βλάβη στις ευγενείς αυτές δομές και την επακόλουθη αποδιοργάνωση και πρόωρη εκφύλιση άρθρωσης.

Η χειρουργική αποκατάσταση μέτα από Ρήξη Προσθίου Χιαστού Συνδέσμου απαιτεί νοσηλεία μίας ημέρας στο Νοσοκομείο και ο ασθενής εξέρχεται την επομένη της εισαγωγής του. Το χειρουργείο γίνεται με γενική ή ραχιαία αναισθησία.

Προτιμώνται αποκλειστικά και μόνο τα αυτομοσχεύματα. Πρόκειται για μοσχεύματα που προέρχονται από τον ίδιο τον άρρωστο και κατά συνέπεια είναι ελεύθερα από οποιεσδήποτε ανοσολογικές αντιδράσεις, επιπλέον εξασφαλίζουν την ταχύτερη και καλύτερη ενσωμάτωση στην περιοχή που θα τοποθετηθούν. Συνήθως χρησιμοποιούνται τα μοσχεύματα των οπίσθιων μηριαίων δηλαδή ο Ημιτενοντώδης και σε μερικές περιπτώσεις και ο ισχνός που παγκόσμια προτιμώνται από τη μεγαλύτερη πλειοψηφία των Χειρουργών. Εναλλακτικά δύναται σε μερικές περιπτώσεις να χρησιμοποιηθεί ως μόσχευμα τμήμα του επιγονατιδικού συνδέσμου με οστικά τεμάχια από την κνήμη και την επιγονατίδα.

Δεν χρησιμοποιούμε ανθρώπινα κατεψυγμένα πτωματικά μοσχεύματα. Τα μοσχεύματα αυτά έχουν υποστεί ειδική επεξεργασία (ακτινοβόληση) προκειμένου να μηδενιστεί ο κίνδυνος μεταφοράς μολυσματικών ασθενειών στο δέκτη και ως εκτούτου δεν έχουν καλή βιολογική συμπεριφορά.

Συνήθως μετά από συνδεσμοπλαστική Προσθίου Χιαστού το 95% των ασθενών αναφέρουν πολύ καλά και άριστα αποτελέσματα.

Η δυσκαμψία ή το έλλειμμα έκτασης αποτελεί την πιο συχνή επιπλοκή. Σπανιότερα μπορεί να υπάρξει αποτυχία της ενσωμάτωσης του μοσχεύματος ή επαναρρήξη αυτού. Η μετεγχειρητική φλεγμονή και η φλεβοθρόμβωση αποτελούν πολύ σπάνιες επιπλοκές που πρέπει να διαγνωστούν όμως έγκαιρα, και να αντιμετωπιστούν άμεσα από το γιατρό.

Με καλή φυσικοθεραπεία και σωστά σχεδιασμένα προγράμματα αποκατάστασης μπορεί ο αθλητής να συντομεύσει την περίοδο απουσίας του από την ενεργό αθλητική δραστηριότητα. Οι περισσότεροι ασθενείς επιστρέφουν σε ένα διάστημα 4 – 6 μηνών μετά το χειρουργείο.

14 προβολές0 σχόλια